'γάθ'

ἀγατά , ἀγαστός
admirable
neut nom/voc/acc pl
ἀγατά̱ , ἀγαστός
admirable
fem nom/voc/acc dual
ἀγατά̱ , ἀγαστός
admirable
fem nom/voc sg (doric aeolic)
ἀγατέ , ἀγαστός
admirable
masc voc sg
ἀγαταί , ἀγαστός
admirable
fem nom/voc pl
ἀγατά , ἀγατός
neut nom/voc/acc pl
ἀγατά̱ , ἀγατός
fem nom/voc/acc dual
ἀγατά̱ , ἀγατός
fem nom/voc sg (doric aeolic)
ἀγατέ , ἀγατός
masc voc sg
ἀγαταί , ἀγατός
fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αγαθός — ή, ό (Α ἀγαθός, ή, όν) καλός, χρηστός, ενάρετος νεοελλ. 1. καλόψυχος, άκακος 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος 3. το ουδ. ως ουσ. το αγαθό* αρχ. 1. συνετός, φρόνιμος 2. ευγενής στην καταγωγή 3. γενναίος, ανδρείος 4. αυτός που έχει επίδοση… …   Dictionary of Greek

  • γηθέω — και γαθέω και γήθω (A) (AM γήθομαι) χαίρομαι, ευχαριστιέμαι με κάτι ή κάνοντας κάτι αρχ. Ι. φρ. «γηθέω φρένα (ή φρενὶ ή θυμὸν ή θυμῶ) «αναγαλλιάζει, χαίρεται η ψυχή μου II. (η μτχ. παρακμ.) γεγηθώς 1. περιχαρής 2. χωρίς τιμωρία («ἦ καὶ γεγηθὼς… …   Dictionary of Greek

  • Φιλισταίοι — Αρχαίος λαός, γνωστός στους Έλληνες με το όνομα Παλαιστίνιοι, από τους οποίους πήρε το όνομά της η Παλαιστίνη. Οι Φ. προέρχονταν από την Κρήτη και μεταξύ 13ου και 12ου αι. π.Χ. εγκαταστάθηκαν στην παράκτια λωρίδα μεταξύ Συρίας και χερσονήσου του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.